- Σούμαν
- (Schumann). Επώνυμο δύο Γερμανών συνθετών.
1. Ρόμπερτ Αλεξάντερ. (Τσβίκαου 1810 - Έντενιχ 1856). Σε ηλικία έξι ετών άρχισε να παίρνει μαθήματα μουσικής και γρήγορα έδειξε τόσο βαθιά και πλήρη κλίση προς τη μουσική, ώστε να μπορεί να λεχθεί πως για το Σ. η ίδια η ζωή αποχτούσε νόημα και ποιητική αξία μόνο με τη μουσική. Ενθαρρυνόμενος από τον πατέρα του, βιβλιοπώλη και εκδότη, αλλά παρεμποδιζόμενος από τη μητέρα του, που ήθελε να τον στρέψει προς περισσότερο κερδοφόρο επάγγελμα, ο Σ. αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τα μαθήματα που ο Βέμπερ φαινόταν πρόθυμος να του δώσει. Με ενδιαφέρον για φιλολογικές μελέτες, φοίτησε με επιτυχία στο γυμνάσιο της γενέτειρας του για να συνεχίσει αργότερα, κατά το 1828, νομικές σπουδές στα Πανεπιστήμια της Λιψίας και της Χαϊδελβέργης. Μόνο σε ηλικία 20 ετών αφιερώθηκε αποκλειστικά στη μουσική, έχοντας για δάσκαλο του πιάνου το Φρήντριχ Βικ, του οποίου παντρεύτηκε την κόρη, Κλάρα, λαμπρή πιανίστρια. Αναγκασμένος από τη βλάβη ενός δάχτυλου να παραιτηθεί από τις φιλοδοξίες του εκτελεστή, αν και παρουσίαζε εξαιρετικές ικανότητες, αφιερώθηκε στη σύνθεση, ασκώντας συγχρόνως με εξαίρετη διαύγεια και το έργο του μουσικοκριτικού σε περιοδικά της εποχής και στη Neue Zeitschrift fur Musik (Νέα Επιθεώρηση της Μουσικής, που ήταν και ο εκδότης της). Φημισμένος συνθέτης (σε ηλικία τριάντα ετών μπορούσε να υπερηφανεύεται πως ο Λιστ εκτέλεσε δύο έργα του), έγινε υποστηριχτής των νέων γενεών εναντίον κάθε συντηρητικού ακαδημαϊσμού. Η θερμή και επίμονη πνευματική μάχη που έδινε τον έκανε να αποκαλύψει έγκαιρα τη μουσική μεγαλοφυ’ια του Σοπέν, του Μπερλιόζ και του Μπραμς. Αφού δίδαξε, έπειτα από πρόσκληση του Μέντελσον, στο Ωδείο της Λιψίας, ο Σ. εγκαταστάθηκε στη Δρέσδη, εγκαταλείποντας τη διεύθυνση της επιθεώρησης του και αφοσιωμένος στη σύνθεση, ιδιαίτερα γόνιμη κατά τα έτη 1844 ώς 1850. Υποφέροντας από νευρικές διαταραχές που είχαν ήδη εκδηλωθεί στα 1835 και 1845 και που τον οδήγησαν το 1854 σε απόπειρες αυτοκτονίας, ο Σ. αναγκάστηκε να εγκαταλείψει κάθε εργασία και πέρασε την τελευταία περίοδο της ζωής του, που βυθιζόταν όλο και περισσότερο στην παραφροσύνη, περιβαλλόμενος από την αγάπη των φίλων του, των μαθητών του και προπάντων της γυναίκας του, που αργότερα ταξινόμησε με αγάπη και σοφία το έργο του, εκδίδοντας το στα τέλη του 19ου αι. σε τριάντα πέντε τόμους. Μοιρασμένος ανάμεσα στο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία (υπέστη βαθύτατα τη γοητεία συγγραφέων όπως ο Ζαν Πωλ Ρίχτερ και ο Χόφμαν) και στην αγάπη του για τη μουσική, στο χώρο της οποίας μπορούσε να πετύχει απόλυτα την καλλιτεχνική έκφραση, ο Σ. μετέφερε στο έργο του τη διπλή αυτή τάση. θα αρκούσε να παραβάλουμε τις εξάρσεις που. παρουσιάζουν οι Σονάτες του για πιάνο, έργο II (του 1833-35) και το έργο 22 (του 1833-38) με την ηρεμία (του Λευκώματος για τους νέους) που σύνθεσε το 1853 ή των Παιδικών σκηνών, του 1838, ή ακόμα την ορμητικότητα μερικών από τις Ρομάντσες και μπαλάντες του, που τις σύνθεσε όλες μεταξύ 1849 και 1851) με τον ήρεμο παλμό των Lieder, π.χ. εκείνων που συγκεντρώθηκαν στον κύκλο Αγάπη και ζωή των γυναικών του 1840. Άλλωστε, η ίδια η προσωπικότητα του Σ. ως κριτικού φαίνεται διχασμένη στα ψευδώνυμα Φλορεστάν (του μαχητή) και Ευσέβιου (του δειλού και επιεική). Δύο όψεις που συνθέτονται συχνά στο τρίτο ψευδώνυμο του Σ., το ψευδώνυμο Μαστρο - Σπάνιος, όπου η μουσική σοφία φαίνεται να συμφιλιώνει τον εσωτερικό διχασμό του μουσικού. Οι ίδιες αντιθέσεις παρουσιάζονται, τέλος, στην εξέλιξη της μουσικής του, που ενώ παρουσιάζεται ταραχώδης και μακριά από τους τύπους στα νεανικά του χρόνια και περισσότερο κοντά στα κλασικά πρότυπα στα χρόνια της ωριμότητας, έχει πάντα την τάση να διαπλάθει, έξω από κάθε σχήμα, το βάθος του αισθήματος ή ένα φευγαλέο ποιητικό όραμα.
Από τις τέσσερις Συμφωνίες, η τελευταία (έργο 120), που γράφτηκε μεταξύ 1841 και 1851 είναι η πλουσιότερη σε νέα προμηνύματα (απ’ αυτή φαίνεται να ξεκινά η τέχνη του Μπραμς).
Εξίσου επίσης αγαπητά στη νεότερη ευαισθησία είναι τα Κονσέρτα του για πιάνο (ιδιαίτερα το έργο 54, που χρονολογείται από το 1841-45) και για βιολοντσέλο και ορχήστρα (έργο 129, του 1850), τα συμφωνικά ποιήματα Ο παράδεισος και η Πέρι (του 1843) και Μάνφρεντ του 1848-51, το Ρέκβιεμ (έργο 148) του 1852, η Φαντασία για βιόλα και ορχήστρα, έργο 131 (του 1853). Η μεγάλη παραγωγή έργων μουσικής δωματίου περιλαμβάνει σελίδες από τις ωραιότερες του είδους (π.χ. το Κουαρτέτο έργο 47, του 1842), συνθέσεις για πιάνο εξαιρετικά υποβλητικές, ανάμεσα στις οποίες είναι οι κύκλοι Πεταλούδες έργο 2 σε 12 κομμάτια, του 1830, Σύντροφοι του Δαβίδ έργο 6, σε 18 κομμάτια, του 1837, Κραϊσλεριάνα (Kreisleriana) έργο 16, σε 8 κομμάτια, του 1838. Και σε όσα αναφέραμε πρέπει να προστεθούν πολλά άλλα Lieder, ανάμεσα στα οποία η συλλογή σε στίχους του Χάινε Ποιητικός έρωτας έργο 48, που χρονολογείται στο 1840 και περιλαμβάνει 20 τραγούδια. Σε τέσσερις τόμους δημοσιεύτηκαν το 1854 τα κριτικά άρθρα του Σ., πολλά από τα οποία μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες.
2. Γκέοργκ Άλφρεντ. Γεννήθηκε το 1866. Έγινε γνωστός κυρίως ως συνθέτης συμφωνιών, μερικές από τις οποίες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Από τα έργα του θεωρούνται καλύτερα ο Έρωτας και Ψυχή και η Νοσταλγία. Ο Σ. έγραψε επίσης έργα για ορχήστρα και εκκλησιαστικό όργανο, μια σουίτα για ορχήστρα, παραλλαγές σε θέματα του Μπετόβεν καθώς και μουσική δωματίου.
Σελίδα από την πρώτη παρτιτούρα της Συμφωνίας, σε ύφεση αρ. 120 του Ρόμπερτ Αλεξάντερ Σούμαν.
Ο Γερμανός συνθέτης Ρόμπερτ Αλεξάντερ Σούμαν.
Dictionary of Greek. 2013.